Συγγραφέας

Αμοργός [απόσπασμα]

[…]

Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας. Tο ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν' ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μια μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ' ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι. Yπάρχει μια πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ' όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ' αηδόνια. Eίναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Nτέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ' αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους. Γιατί τότε κανείς δε θ' αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ' όλα τα σταυροδρόμια θ' ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Tότε θα 'ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μια χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Eυρώτα. Kαληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα. Oι ταξιδιώτες των Iνδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ' τους Bυζαντινούς χρονογράφους.

O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του
Kατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του
Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων τού λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων
Eν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

[…]

Ελεγείο

Στη φωτιά του ματιού σου θα χαμογέλασε κάποτε ο Θεός

Θα ‘κλεισε την καρδιά της η άνοιξη σα μιας αρχαίας ακρογιαλιάς μαργαριτάρι.

Τώρα καθώς κοιμάσαι λαμπερός

Στους παγωμένους κάμπους που οι αγράμπελες

Γίναν βαλσαμωμένα φτερά μαρμάρινα περιστέρια

Μικρά παιδιά της απαντοχής –

Ήθελα να ΄ρθεις μια βραδιά σα βουρκωμένο σύννεφο

Αίμα των άστρων φύλλο της μυρτιάς

Γιατί στ’ αγνό σου μέτωπο κάποτε θα ‘βλεπα κι εγώ

Το χιόνι των προβάτων και των κρίνων,

Μα πέρασες απ’ τη ζωή σαν ένα δάκρυ της θάλασσας

Σα μια φωτιά του καλοκαιριού κι ένα μαντίλι του Μάη

Κι ας ήσουν μια φορά κι εσύ ένα γεράνιο κύμα της

Ένα πικρό βότσαλό της

Ένα μικρό χελιδόνι της σ’ ένα πανέρημο δάσος

Χωρίς φωτιά  για τη χαραυγή χωρίς αστέρια την άνοιξη

Με τη ζεστή σου καρδιά γυρισμένη στα ξένα

Στα χαλασμένα δόντια της άλλης ακρογιαλιάς

Στα πεθαμένα παιδιά της αγριοκερασιάς και της φώκιας.

 

(περ. Φιλολογικά Χρονικά», τ. 38-39, Φεβρ.-Μαρτ. 1946)

Ο ιππότης και ο θάνατος (1513)

Καθώς σε βλέπω ακίνητο

Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι τ’ Αι-Γιωργιού να ταξιδεύεις στα χρόνια.

Μπορώ να βάλω κοντά σου,

Σ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια

Ώσπου μια μέρα να σβηστείς και συ παντοτινά μαζί τους

Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε,

Μπορώ να βάλω κοντά σου

Μιαν νεραντζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους,

Και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου

Με τον Αντάρη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα

Με το Ποτάμι τ’ Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο

Και με τ’ Αστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει,

Μπορώ να βάλω λιβάδια

Νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας,

Κι αυτά τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω

Μ’ ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο

Με του Πλαπούτα τ’ άρματα και του Νικηταρά τις πάλες.

Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά

Να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου.

Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν

Εκεί στον κάμπο του Αναπλιού

Μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου

Όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλικαριάς,

Θα βάλω τώρα κοντά σου

Τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού

Και τα κλεισμένα βλέφαρα

Μέσα στη λάσπη και στο αίμα της Ολλανδίας.

 

Αυτός ο μαύρος τόπος

Θα πρασινίσει κάποτε.

Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ’ αναποδογυρίσει τ’ αμάξια

Θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη

Και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες

Εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο

Στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά,

Θα λάμπει έν’ άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.

 

Μα εσύ θα μένεις ακίνητος

Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι τ’ Αι-Γιωργιού θα ταξιδεύεις στα χρόνια

Ένας ανήσυχος κυνηγός απ’ τη γενιά των ηρώων

Μ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια

Ώσπου μια μέρα να σβυστείς και συ παντοτινά μαζί τους

Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη τύχη που σε γέννησε,

Ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν’ αντηχήσουν

Βαριά σφυριά της υπομονής

Όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά

Αλλά και κλαδευτήρια κι αλέτρια.

 

(περ. «Τετράδιο», τομ. Α’, Ιαν. 1947)

Μανιάτικος Εσπερινός

Στο βράχο στη Μονεμβασιά

μπήκα κι εγώ στην εκκλησιά

ν’ ανασπαστώ τη χάρη της

κι ήρθαν στο νου μου τα παλιά

σα φίδι στην αητοφωλιά

σαν κάφτρα στο καντήλι της.

…….

Πάντα στον κόσμο θα ‘ρχεται

Παρασκευή Μεγάλη

και κάποιος θα σταυρώνεται

για να σωθούν οι άλλοι.

 

Ανήμερα της Παναγιάς

ο Κωνσταντής κι ο Πανουργιάς

κι η μάνα τους η Νίκαινα

που με το πες και πες και πες

μέσα σε μπόρες κι αστραπές

τ’ ανάστησε σα λύκαινα.

……

Θέλω να πας αποσπερού

στο μοναστήρι του Δηρού

που ψέλνει ο Παπανέστης

κι αν σε ρωτήσει η παπαδιά

κλάψε για τ’ άμοιρα παιδιά

και την αλήθεια πες της.

…….

Απ’ το στενό του Πασσαβά

……

Του κάτω κόσμου ο βασιλές.

…….

Οι φοβεροί Νικλιανοί.

…….

…….

Και με σπαθί δαμασκηνό

κόβω στα δυό τον ουρανό

να ‘χει διπλό παράδεισο

τον έναν για οτν Κωνσταντή

ταμένο στην Υπαπαντή

τον άλλο για τ’ αδέρφι του

τον πιο μικρό τον Πανουργιά

που ‘γινε σκόνη και σκουριά

πάνω στη γη τη στέρφη του.

…….

Πάντα στον κόσμο θα ‘ρχεται

Παρασκευή Μεγάλη

και κάποιος θα σταυρώνεται

για να σωθούν οι άλλοι.   

Κεμάλ (ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ) (Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις)

 Αφήγηση
Ακούστε τώρα την ιστορία του Κεμάλ, ενός νεαρού πρίγκιπα της Ανατολής, απόγονου του Σεβάχ του Θαλασσινού, που νόμισε ότι μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Αλλά, πικρές οι βουλές του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων…

Τραγούδι
Στης Ανατολής τα μέρη

μια φορά κι έναν καιρό

ήταν άδειο το κεμέρι

μουχλιασμένο το νερό.

 

Στη Μοσούλη στη Βασόρα

στην παλιά τη χουρμαδιά

πικραμένα κλαίνε τώρα

της ερήμου τα παιδιά.

 

Κι ένας νέος από σόι

και γενιά βασιλική

αγροικάει το μοιρολόι

και τραβάει κατά κει.

 

Τον κοιτάν οι βεδουΐνοι

με ματιά λυπητερή

κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει

πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

 

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι

του παιδιού την αφοβιά

ξεκινάν με λύκου δόντι

και με λιονταριού προβιά.

 

Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη

κι απ’ τη γη στον ουρανό

κυνηγάν τον αποστάτη

να τον πιάσουν ζωντανό.

 

Πέφτουν πάνω του τα στίφη

σαν ακράτητα σκυλιά

και τον πάνε στον χαλίφη

να του βάλει τη θηλιά.

 

Μαύρο μέλι μαύρο γάλα

ήπιε κείνο το πρωί

πριν αφήσει στην κρεμάλα

τη στερνή του την πνοή.

 

Με δυο γέρικες καμήλες

μ’ ένα κόκκινο φαρί

στου παράδεισου τις πύλες

ο Προφήτης καρτερεί.

 

Πάνε τώρα χέρι χέρι

κι είναι γύρω συννεφιά

μα της Δαμασκού τ’ αστέρι

τους κρατούσε συντροφιά.

 

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο

βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ

που από τον ψηλό του θρόνο

λέει στον άμυαλο Σεβάχ:

 

Νικημένο μου ξεφτέρι

δεν αλλάζουν οι καιροί

με φωτιά και με μαχαίρι

πάντα ο κόσμος προχωρεί.

 

Αφήγηση
Καληνύχτα, Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ. Καληνύχτα…

Τα φλουριά (ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ) (Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης)

Σ’ έρημο φαράγγι σε λυκοποριά

έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά

ξόρκισα το χώμα έκανα σταυρό

πριν αποσπερώσει να τα βρω.

 

Τότε καρασκέρι γροίκησα μακριά

κι είδα μες στον ήλιο στην κακοπετριά

τρεις αλογολάτες με βαριά σπαθιά

και τις αλυσίδες αρμαθιά.

 

Τι ’ναι το κισμέτι τι ’ναι το γραφτό!

Πριν το μονοπάτι πάρω να κρυφτώ

μου ’στησαν καρτέρι σε μια πατουλιά

και με κλαίγαν δέντρα και πουλιά.

 

Ήταν μαύρη Τρίτη μαύρο δειλινό

κι έχασα τον κόσμο και τον ουρανό

σε μεγάλο κάστρο σε βαθιά σπηλιά

με τους πεθαμένους αγκαλιά.

 

Ώσπου κάποιο βράδυ τρίξαν οι αρμοί

κι άστραψε στην πόρτα λυγερό κορμί

μια βασιλοπούλα σαν τη Μαξιμώ

που ’χε δυο φιδάκια στο λαιμό.

 

Πάρε, λέει, τα φίδια βάλ’ τα στην καρδιά

και μεγάλωσέ τα σα μικρά παιδιά

το ’να είν’ ο Δράκος τ’ άλλο ο Διγενής

άξιο τους αδέρφι να γενείς.

 

Κράτησα τα φίδια μες στην ερημιά

βιος μου και ρεγάλο και κληρονομιά

μου ’φερναν καρύδια γάλα και ψωμί

δίχως να γυρεύουν πλερωμή.

 

Κι όταν κάποια νύχτα σώπασε η φωτιά

σκάψανε του τοίχου τη ραγισματιά

βρήκαν κερκοπόρτα και πρωί πρωί

μου ’δειξαν το δρόμο στη ζωή.

 

Τώρα τι σ’ τα λέω τι σ’ τα μολογώ

μάθε μόνο τούτο πόμαθα κι εγώ:

Αν κρατάς χρυσάφι πλούτη και φλουριά

δεν κατέχεις τι ’ναι λευτεριά.

H πικραγαπημένη

Κοντά στην ακροποταμιά

που κλαίει τη νύχτα η καλαμιά

και το νερό σωπαίνει-

βγαίνει σαν άστρο λαμπερό

και καρτερεί και καρτερεί

η Πικραγαπημένη.

 

Σαν την οχιά στην ερημιά

αίμα βυζαίνει απ' τα κορμιά

κι εκείνη δεν πεθαίνει-

μα σιγολιώνει σαν κερί

όποιος στα μάτια τη θωρεί

την Πικραγαπημένη.

 

Άλλη δεν γνώρισα καμιά

με τόση λάσπη και βρομιά

κι αγάπη ζυμωμένη-

μα θα γυρισουν οι καιροί

κι αίμα να πιει δεν θα μπορεί

η Πικραγαπημένη.

 

Έλα σε μένα

Αν κουραστείς απ' τους ανθρώπους

κι ειν' όλα γύρω γκρεμισμένα,

μην πας ταξίδι σ' άλλους τόπους,

έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Κι αν πέσει απάνω σου το βράδυ

με τ' άστρα του τ' απελπισμένα,

μη φοβηθείς απ' το σκοτάδι,

έλα σε μένα έλα σε μένα.

Έλα και γείρε το κεφάλι

στα χέρια μου τ' αγαπημένα,

να ζήσεις τ' όνειρο και πάλι,

έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Κι αν δεις καράβια να σαλπάρουν

κι αν δεις να ξεκινάνε τρένα,

μην πεις μαζί τους να σε πάρουν,

έλα σε μένα έλα σε μένα.

Έχω μια θάλασσα σμαράγδια

μ'αγάπη κι ήλιο κεντημένα

για την καρδιά σου πού 'ναι άδεια

έλα σε μένα έλα σε μένα.

Έλα και κάθισε δεξιά μου

σαν ξεχασμένος αδερφός,

να μοιραστείς την μοναξιά μου

και να σου δώσω λίγο φως!

Έλα σε μένα! Έλα σε μένα!

Κόκκινα γαρύφαλλα

Ένα καράβι φεύγει για τα ξένα

έν' ακρογιάλι θυμάται το νοτιά.

Χρυσό καράβι πάρε με και μένα

τώρα που πας που πας στην ξενιτιά.

 

Κόκκινα γαρύφαλλα

στου φεγγαριού την άκρη

κόκκινα γαρύφαλλα

στου Μάη την αμμουδιά.

Άνοιξε την πόρτα σου

στο πικρό μου δάκρυ

άνοιξε την πόρτα σου

στην πιο ζεστή καρδιά.

 

Κανείς δεν ξέρει ποιο 'ν' το ριζικό του

κανείς μες στου άλλλου τ' όνειρο δε ζει.

Έχει ο καθένας τ' άστρο το δικό του

έχει ο καθένας τ' άσπρο του νησί.

Ερωτόκριτος

Τα μάτια του δυο στάλες απ' τη θάλασσα

κι ο ίδιος στο τιμόνι σαν κουρσάρος

να γίνει Ερωτόκριτος τον κάλεσα

και να 'μαι εγώ στα πόδια του Κορνάρος. 

 

Μαζί σε ξενιτιές να ταξιδέψουμε

του έρωτα να βρούμε όλους τους τρόπους

χωρίς ποτέ ποτέ μας να ξοδέψουμε

αυτό που λεν αγάπη στους ανθρώπους.

 

Με της καρδιάς τ' ατσάλι και το σίδερο

σ' απάτητες ν' ανέβουμε μαδάρες

ν' ανάψουμε κερί στον Άγιο Ισίδωρο

κι ευχές να γίνουν γρήγορα οι κατάρες.

Αθανασία

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά

δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά

Σ' αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές

κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές

 

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά

μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψαμε βαθιά

Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς

Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς

 

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά

ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά

Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές

κι απ' του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές

 

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά

μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά

Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς

Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς

Ανώνυμον

Στην ακροθαλασσιά

θα χτίσω εκκλησιά

και πριν εικόνισμα σου στήσω

θα 'ρθώ με τη δροσιά

στην πόρτα σου

τα δάκρυα ν' αφήσω.

 

Στάλα στάλα το μολύβι πώς εχώρεσε

Στης καρδιάς την Άγια φλέβα και μας χώρισε.

 

Κοιμήσου βασιλιά

στης γης την αγκαλιά

και πριν σημάνει το ρολόι

θ' ανέβω τα σκαλιά

στην πόρτα σου

ν' αρχίσω μοιρολόι.

Αύριο πάλι

Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα 'ρθω να σε βρω

Κρίμα που δεν με πιστεύεις

Κρίμα που μ' αφήνεις μόνο μου να ζω

 

Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα 'ρθω να σου πω

Κρίμα που δεν με πιστεύεις

Κρίμα που δεν ξέρεις πόσο σ' αγαπώ

Γκρεμός και βράχος

Τι να σου κάνει ο άνθρωπος

στον κόσμο που γεννιέται

όλα τα χάνει κάποτε

μα δεν παραπονιέται

 

Αχ τι καημός - αχ τι καημός

να ζεις μονάχος

μπροστά γκρεμός - μαύρος γκρεμός

και πίσω βράχος

 

Και κείνη που μ' αρνήθηκε

καρδιά μου παρακάλα

ν'ανέβει ξημερώματα

του γυρισμού την σκάλα

Είπα τραγούδι να σου γράψω

Σήμερα

είπα τραγούδι να σου γράψω

Σήμερα

σ'ένα παράξενο σκοπό

Σήμερα

μαύρη την πόρτα μου θα βάψω

Σήμερα

έφυγ' η κόρη π' αγαπώ

 

Πάει πάει πίσω δε γυρνάει

ώχου

πάει πάει πίσω δε γυρνά

Πάει πάει σαν πουλί πετάει

ώχου

πάει πάει σα φτερό περνά

 

Θε μου, άπλωσες το χέρι

και σταμάτησ' ο τροχός

Θε μου, πάει το καλοκαίρι

και θα μείνω μοναχός

 

Πάει πάει...

 

Σήμερα

στο κύμα πέτρα θα πετάξω

Σήμερα

χρυσό φλουρί στην αμμουδιά

Σήμερα

σκαρί στο πέλαγο θα τάξω

Σήμερα

να μου τη φέρει μια βραδιά

 

Πάει πάει πίσω δε γυρνάει

ώχου

πάει πάει πίσω δε γυρνά

Πάει πάει σαν πουλί πετάει

ώχου

πάει πάει σα φτερό περνά

 

Θε μου, άπλωσες το χέρι

και σταμάτησ' ο τροχός

Θε μου, πάει το καλοκαίρι

και θα μείνω μοναχός

 

Πάει πάει...

Εκεί που πέρασ' η φωτιά

Εκεί που πέρασ' η φωτιά

Χορτάρι δε φυτρώνει

Κι η προδομένη μου καρδιά

Σαν το κεράκι λιώνει

 

Θάλασσα πάρε κι ουρανό

Κοντά μου να γυρίσεις

Με το φιλί σου το στερνό

Να με παρηγορήσεις

 

Με το φιλί σου το στερνό

Να με παρηγορήσεις

Θάλασσα πάρε κι ουρανό

Κοντά μου να γυρίσεις

 

Εκεί που πέρασ' η φωτιά

Καπνός δεν έχει μείνει

Κι η προδομένη μου καρδιά

Σαν το κεράκι σβήνει

 

Θάλασσα πάρε κι ουρανό

Κοντά μου να γυρίσεις

Με το φιλί σου το στερνό

Να με παρηγορήσεις

 

Με το φιλί σου το στερνό

Να με παρηγορήσεις

Θάλασσα πάρε κι ουρανό

Κοντά μου να γυρίσεις

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη

μέσα στις άσπρες κερασιές

μια τρυφερή μου αγάπη,

ένα κορίτσι αμάραντο

σα μυγδαλιάς κλωνάρι.

 

Με το κεφάλι στον αγκώνα της

γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της

πάνω στην πρωινή του θαλπωρή

όταν σιγά σιγά σαν τον κλέφτη,

από το παραθύρι της άνοιξης

μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!

 

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη

μια τρυφερή μου αγάπη.

Κοιμήσου παλικάρι (αγάπη δίχως άκρη)

Αγάπη δίχως άκρη κι η θάλασσα πλατιά

Και της καρδιάς το δάκρυ, ωωω

Πικρή σταλαγματιά

 

Κοιμήσου παλικάρι στο κύμα τ' αρμυρό

Θ' αλλάξει το φεγγάρι, ωωω

Κι εγώ, κι εγώ θα καρτερώ

 

Αστροφεγγιά του Μάρτη, τ' Απρίλη ξαστεριά

Δε σου ’μελλε γλυκέ μου, ωωω

Να ξαναδείς στεριά

 

Κοιμήσου παλικάρι στο κύμα τ' αρμυρό

Θ' αλλάξει το φεγγάρι, ωωω

Κι εγώ, κι εγώ θα καρτερώ

Μακριά στο Κατμαντού

Φεύγει κάποιο τρένο

σ' έρημο σταθμό

Φεύγει δίχως φρένο

δίχως αριθμό

Πάει στην Ασία

στην Αθανασία

κάθε μέρα και παντού

μακριά στο Κατμαντού

 

Πέτα

μαύρη πεταλούδα

στα βουνά του Βούδα

να του πεις την προσευχή σου

Πέτα

στην κορφή του κόσμου

για να γίνει εντός μου

φως, η ταραχή

 

Φεύγει κάποιο τρένο

σ' έρημο σταθμό

Φεύγει δίχως φρένο

δίχως αριθμό

Φτάνει στην Ασία

στην Αχερουσία

κάθε μέρα και παντού

μακριά στο Κατμαντού

 

Έφυγε το τρένο

έφυγα κι εγώ

τρέχω δίχως φρένο

δίχως οδηγό

Βλέπω το φαράγγι

στην καρδιά του Γάγγη

κάθε μέρα και παντού

μακριά στο Κατμαντού

 

Πέτα

μαύρο χελιδόνι

στ' άδειο μου βαγόνι

να τρυγήσεις τον καρπό σου

Πέτα

μη γυρεύεις λόγια

μόνο μοιρολόγια

έχω να σου πω

 

Έφυγε το τρένο

έφυγα κι εγώ

τρέχω δίχως φρένο

δίχως οδηγό

Μπαίνω το φαράγγι

του μεγάλου Γάγγη

κάθε μέρα και παντού

μακριά στο Κατμαντού

 

ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ - Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας[απόσπασμα]

1.Το χτύπημα κι ο θάνατος

Πέντε η ώρα που βραδιάζει,

Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Φέρνει έν’ αγόρι το νεκροσέντονο

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Θάνατος τ’ άλλα, θάνατος μονάχα

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

 

Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Κι η σάρκα μ’ ένα κέρατο θλιμμένο

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Αρσενικού καμπάντες κι ο καπνός

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Βουβοί σύντροφοι στ’ άχαρα σοκάκια

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Τα’ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος

πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ - Σώμα στην πέτρα

Η πέτρα είν’ ένα μέτωπο μ’ όνειρα που στενάζουν
μα δεν κραταέι κυρτό νερό και κρύα κυπαρίσσια.
Η πέτρα πλάτη είναι γυμνή τον χρόνο να σηκώνει
με δέντρα δακρυοστάλαχτα, κορδέλες και πλανήτες.

Είδα βροχές, σταχτιές βροχές στα κύματα να τρέχουν
τα τρυπημένα υψώνοντας και τρυφερά τους χέρια,
να μην πιαστούν στο αγκάλιασμα της πλαγιασμένης πέτρας
που καταλεί τη σάρκα τους και δε ρουφάει το αίμα.

Γιατί η πέτρα είν’ ανοιχτή σε σπόρους και σε νέφη,
σε σκελετούς κορυδαλλών και σ’ αμφιλύκης λύκους,
μα ήχο κανένα δε γεννάει και κρύσταλλα και φλόγες
παρά μονάχα ατέλειωτες αρένες δίχως τοίχους.

Πάνω στην πέτρα ο Ιγνάθιο, ο καλογεννημένος.
Τέλειωσε πια. Τι μένει εδώ; Την όψη του κοιτάχτε:
ο θάνατος τη σκέπασε με κερωμένα θειάφια
και σκοτεινού μινώταυρου του φόρεσε κεφάλι.

Τέλειωσε πια. Τώρα η βροχή στ’ άδειο του στόμα μπαίνει.
Τώρα ο αγέρας σαν τρελός φεύγει απ’ τα κούφια στήθη,
και ποτισμένος ο Ερωτας με του χιονιού τα δάκρυα
πάει ζεστασιά να ξαναβρεί ψηλά στα βοσκοτόπια.

Ποιος μίλησε; Βαριά σιωπή σα μπόχα βασιλεύει.
Μπροστά μας είν’ ένα κορμί στη σκοτεινιά δοσμένο,
μια κατακάθαρη μορφή που κάποτε είχε αηδόνια
και τώρα τρύπες άπατες γεμάτη απ’ άκρη σ’ άκρη.

Ποιος θρόισε το σάβανο; Όχι, δε λέει αλήθεια.
Κανείς εδώ δεν τραγουδάει, κανείς εδώ δεν κλαίει,
κανείς σπιρούνια δε χτυπά και την οχιά δε σκιάζει:
μόνο τα μάτια ολάνοιχτα θέλω εδώ πέρα να ‘χω,
να βλέπω τούτο το κορμί που αναπαμό δε θα ‘βρει.

Τους άντρες θέλω εδώ να ιδώ με τη φωνή την άγρια,
που τιθασεύουν άλογα, ποτάμια κυβερνάνε,
που σύγκορμα τραντάζονται καθώς τραγούδια λένε
με ήλιο και πετροχάλικα στο φλογερό τους στόμα.

Εδώ να ‘ρθουν να τους ιδώ. Μπροστά σ’ αυτήν την πέτρα.
Μπροστά σε τούτο το κορμί με τα σπασμένα γκέμια.
Εδώ να ΄ρθουνε να μου ειπούν ποιος δρόμος τώρα μένει
για τούτον τον παλληκαρά που ο θάνατος ορίζει.

Θέλω ένα θρήνο να μου ειπούν να μοιάζει σαν ποτάμι
με καταχνιές ανάλαφρες και δασωμένες όχτες,
μακριά να πάρει το κορμί του Ιγνάθιο ώσπου να σβήσει
χωρίς ν’ ακούει το ανάσασμα το καυτερό του ταύρου.

Να σβήσει εκεί στου φεγγαριού την ασημένια αρένα,
πού όντας παιδί καμώνεται βουβάλι πονεμένο,
να σβήσει μέσα στη νυχτιά χωρίς ψαριών τραγούδι,
στ’ άσπρα τα θάμνα του καπνού που η παγωνιά πετρώνει.

Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντήλια,
για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ - Ο πατέρας

(απόδοση: Νίκος Γκάτσος, Εκδόσεις Πατάκη, 2000)

 

[…]
πράξη τρίτη

Το ίδιο δωμάτιο, το επόμενο βράδυ. Άλλη λάμπα στο τραπέζι. Η μικρή πόρτα αριστερά, στερεωμένη με μια καρέκλα. Από πάνω ακούγονται βήματα που πηγαινοέρχονται. Στη σκηνή η Λάουρα και η Μάργκρετ.

Λάουρα
Σου έδωσε τα κλειδιά;

Μάργκρετ
Να μου τα δώσει; Όχι, βέβαια! Του τα πήρα, όταν ο Νιέντ καθάριζε τα ρούχα του.

Λάουρα
Α! Ο Νιέντ είναι σήμερα υπηρεσία;

Μάργκρετ
Ναι, ο Νιέντ.

Λάουρα
Δώσε μου τα κλειδιά!

Μάργκρετ
Να σας τα δώσω, αλλ’ αυτό πια είναι καθαρή κλεψιά… Τον ακούτε πώς στριφογυρίζει εκεί πάνω; Πέρα δώθε, πέρα δώθε…

Λάουρα
Η πόρτα είναι καλά κλειδωμένη;

Μάργκρετ
Ναι, να, μη φοβόσαστε!

Λάουρα (Ανοίγει το γραφείο και κάθεται. Η Μάργκρετ αρχίζει να κλαίει).
Πάψε πια, Μάργκρετ! Με το να κλαίμε δε βγαίνει τίποτα! Πρέπει να κάνουμε όλοι κουράγιο! (Χτυπούν την πόρτα του βάθους). Ποιος είναι;

Μάργκρετ (Ανοίγει την πόρτα).
Ο Νιέντ είναι.

Λάουρα
Πες του να ‘ρθει μέσα.

(Μπαίνει ο Νιέντ).

Νιέντ
Σας έφερα ένα γράμμα από το Συνταγματάρχη.

Λάουρα
Δωσ’ το μου. (Το διαβάζει). Μάλιστα… Πες μου, Νιέντ: Εβγαλες τις σφαίρες από τα όπλα του Ιλάρχου; Πήρες τα φυσίγγια από τους σάκους;

Νιέντ
Εκανα ό,τι μου είπατε, κυρία!

Λάουρα
Τότε περίμενε απ’ έξω, ώσπου ν’ απαντήσω στο γράμμα του Συνταγματάρχη.

(Ο Νιέντ βγαίνει. Η Λάουρα γράφει. Ξαφνικά, από πάνω ακούγεται σαν κάποιος να πριονίζει).

Μάργκρετ
Ακούτε; Τι στο καλό σκαρώνει εκεί πάνω;

Λάουρα
Μη με διακόπεις όταν γράφω.

Μάργκρετ (Μουρμουρίζοντας, στον εαυτό της).
Ο Θεός να βάλει το χέρι Του! Καθόλου δεν ξέρω τι θ’ απογίνει!

Λάουρα (Βάζει το γράμμα σε φάκελο, γράφει τη διεύθυνση και το δίνει στη Μάργκρετ).
Να! Δωσ’ το στον Νιέντ και πες του να το πάει αμέσως στο Συνταγματάρχη. Κι ούτε κουβέντα για όλ’ αυτά στη μητέρα μου – ακούς;

(Η Μάργκρετ παίρνει το γράμμα και πηγαίνει προς την πόρτα του βάθους. Η Λάουρα ανοίγει διάφορα συρτάρια του γραφείου και κοιτάζει τα χαρτιά και τα γράμματα που βρίσκει εκεί. Μπαίνει ο Πάστορας. Παίρνει μια καρέκλα και κάθεται κοντά στη Λάουρα).

Πάστορας
Καλησπέρα, αδερφή μου. Ελειπα από το πρωί, όπως ξέρεις, και μόλις τώρα γύρισα. Εμαθα πως πέρασες δύσκολες ώρες.

Λάουρα
Αχ, αδερφέ μου! Χειρότερη μέρα δε θυμάμαι ποτέ στη ζωή μου!

Πάστορας
Κι όμως σε βλέπω μια χαρά.

Λάουρα
Δόξα τω Θεώ, τώρα είμαι καλά. Αλλά σκέψου τι μπορούσε να είχε γίνει!

Πάστορας
Μα για πες μου. Πώς άρχισε αυτή η ιστορία; Ακουσα τόσο διαφορετικά πράγματα, που δεν ξέρω κι εγώ τι να πιστέψω.

Λάουρα
Αρχισε με κείνη την τρελή του ιδέα ότι δεν είν’ ο πατέρας της Βέρθας. Και τέλειωσε με το πέταμα μιας αναμμένης λάμπας πάνω στα μούτρα μου. Τι άλλο να σου πω;

Πάστορας
Θε μου! Αυτό είναι φρικτό! Είναι καθαρή παραφροσύνη! Τι θα κάνουμε τώρα;

Λάουρα
Αυτό που ‘χουμε να κάνουμε είναι να προλάβουμε το χειρότερο. Ο γιατρός έστειλε να φέρουν απ’ το νοσοκομείο έναν χιτώνα για τρελούς. Εγώ, εν τω μεταξύ, έγραψα στο Συνταγματάρχη και του τα εξήγησα όλα. Τώρα κοιτάζω αυτούς τους λογαριασμούς. Φαίνεται ότι και τα οικονομικά μας τα ‘χει μπερδέψει άσχημα.

Πάστορας
Τι θλιβερή ιστορία! Εγώ πάντα φοβόμουνα πως θα γινόταν κάτι τέτοιο. Αμα σμίξει η φωτιά με το νερό, καλό δεν πρέπει να περιμένεις! (Η Λάουρα ανοίγει άλλο συρτάρι). Τι ‘ν’ αυτά εκεί μέσα;

Λάουρα
Δε βλέπεις; Μαζεύει και το παραμικρό. Δεν πετάει τίποτα.

Πάστορας (Ψάχνει στο συρτάρι).
Για σκέψου! Η παλιά σου κούκλα! Και το βαφτιστικό σου σκουφάκι! Κι η κουδουνίστρα της Βέρθας! Και τα γράμματά σου! Και το μενταγιόν! (Σκουπίζει τα δάκρυά του). Θα πρέπει να σ’ αγαπούσε βαθιά, Λάουρα… πολύ βαθιά… Εγώ ποτέ μου δε φύλαξα τέτοια πράγματα…

Λάουρα
Ναι. Πιστεύω ότι κάποτε μ’ αγαπούσε. Αλλά ο καιρός αλλάζει τόσο πολύ τους ανθρώπους…

[…]

ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ - Ο Περλιμπίν και η Μπελίσα

(απόδοση: Νίκος Γκάτσος, Εκδόσεις Πατάκη, 1998)

 

Εικόνα Τρίτη

Κήπος με κυπαρίσσια και πορτοκαλιές. Με το άνοιγμα της αυλαίας ο Περλιμπλίν και η Μαρκόλφα μπαίνουν στον κήπο.

Μαρκόλφα
Αφέντη μου, είναι ώρα;

Περλιμπλίν
Όχι ακόμη, Μαρκόλφα.

Μαρκόλφα
Τι τάχα να ‘χει βάλει στο νου του ο αφέντης μου;

Περλιμπλίν
Οσα ποτέ μου ως τώρα δεν είχα φανταστεί.

Μαρκόλφα (Κλαίγοντας).
Εγώ, εγώ φταίω για όλα.

Περλιμπλίν
Ω! Αν ήξερες τι ευγνωμοσύνη νιώθω στην καρδιά μου για σένα.

Μαρκόλφα
Πριν ήταν όλα τόσο καλά, τόσο ήσυχα… Κάθε πρωί σας έφερνα τον καφέ με το γάλα και τα σταφύλια…

Περλιμπλίν
Ναι, ναι, τον καφέ με το γάλα και τα σταφύλια… Όμως εγώ, Μαρκόλφα, τι ήμουνα; Μου φαίνεται σαν να πέρασαν χίλια χρόνια. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πόσο παράξενα πράγματα έχει ο κόσμος. Ήμουν κλεισμένος μέσα στο σπίτι μου… Μα τώρα όλα έχουν αλλάξει. Η Μπελίσα με την αγάπη της και την ομορφιά της μου χάρισε έναν πολύτιμο θησαυρό που πριν δεν τον ήξερα. Καταλαβαίνεις; Τώρα κλείνα τα μάτια μου και βλέπω το καθετί πουθέλω να δω… Τα πιο παράξενα πράγματα… Να! Τώρα βλέπω τις νεράιδες που ξεκινούσαν από τις ρεματιές κι ερχόντανε να δουν τη μητέρα μου… Ω, δεν ξέρεις τι όμορφες, τι μικρούλες που είναι… Μπορούν να χορέψουν όλες μαζί πάνω στο μικρό μου το δαχτυλάκι…

Μαρκόλφα
Ναι, ναι, οι νεράιδες. Μα τ’ άλλα; Όλα τ’ άλλα;

Περλιμπλίν
Τ’ άλλα; Ω! (Με ικανοποίηση). Τι είπες στη γυναίκα μου;

Μαρκόλφα
Οσο κι αν το ‘κανα με βαριά καρδιά, της είπα ότι με πρόσταξε ο αφέντης μου. Της είπα πως εκείνος ο νέος… θα ‘ρθει απόψε… στις δέκα ακριβώς… εδώ στον κήπο… τυλιγμένος όπως πάντα μέσα στην κόκκινη κάπα του.

Περλιμπλίν
Κι εκείνη;

Μαρκόλφα
Αναψε κι έγινε κατακόκκινη σαν το γεράνι. Επειτα σήκωσε τα χέρια της στην καρδιά κι άρχισε να φιλεί σαν τρελή τις όμορφες πλεξούδες που πέφταν πάνω στα στήθια της.

Περλιμπλίν (Ενθουσιασμένος).
Ετσι, λοιπόν! Αναψε κι έγινε κατακόκκινη σαν το γεράνι. Και… τι είπε;

Μαρκόλφα
Τίποτα. Μόνο ανάσανε βαθιά κι αναστέναξε. Αλλά πώς αναστέναξε, Θε μου!

Περλιμπλίν
Ω ναι! Όπως καμιά γυναίκα δεν έχει αναστενάξει ως τώρα. Ετσι δεν είναι, Μαρκόλφα;

Μαρκόλφα
Πρέπει να ‘ναι τρελά ερωτευμένη μαζί του.

Περλιμπλίν (Ζωηρά).
Ναι, ναι! Αυτό είναι! Αυτό θέλω κι εγώ! Να τον αγαπάει περισσότερο κι από την ίδια της τη ζωή! Και σίγουρα τον αγαπάει! Σίγουρα! Είναι ξετρελαμένη μαζί του!

Μαρκόλφα (Κλαίγοντας).
Δε θέλω να το ακούω. Πώς γίνεται, Δον Περλιμπλίν, εσείς ο ίδιος να σπρώχνετε τη γυναίκα σας στη χειρότερη αμαρτία;

[…]

ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ - Ματωμένος γάμος (Bodas de sangre)

α.(Πράξη Τρίτη−Εικόνα Πρώτη, Από τη στιχομυθία Νύφης και Λεονάρδο)

ΝΥΦΗ

            Με τα δόντια, με τα χέρια, όπως μπορείς,

            βγάλε απ’ τον κοριτσίσιο μου λαιμό

            τη σιδερένια ετούτη αλυσίδα,

            κι άσε μ’ εμένα να χαθώ

            στο χωματένιο εδώ το σπίτι μου.

            Κι άμα δε θέλεις να με σκοτώσεις

            σα μια μικρούλα δεντρογαλιά,

            τότε στα χέρια μου τα νυφιάτικα

            βάλε την κάνη του τουφεκιού σου.

Αχ, τι κακό, τι φωτιά

το κεφάλι μού ανάβει!

Τι σπασμένα γυαλιά μού τρυπάνε τη γλώσσα!

 

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

            Είν’ αργά τώρα πια. Σώπα!

            Γιατί μας κυνηγάνε, το βλέπεις,

            κι αλλιώς δε γίνεται. Άιντε, πάμε!

 

ΝΥΦΗ

            Μα με το ζόρι θέλεις νά ’ρθω;   

 

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

            Ποιο ζόρι; Ποιος κατέβηκε

            πρώτος τη σκάλα;

 

ΝΥΦΗ

            Εγώ. Το ξέρω.

 

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

                                        Ποιος έβαλε

            καινούργια γκέμια στ’ άλογο;

 

ΝΥΦΗ

            Εγώ. Είν’ αλήθεια.

 

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

                                                Ποια χέρια

μου φορέσαν τα σπιρούνια;

 

ΝΥΦΗ

            Τούτα τα χέρια, που είναι δικά σου,

            μα σα σε βλέπω, θέλω με τούτα

            όλες τις φλέβες σου τις γαλάζιες

            και το μουρμούρισμά τους να λιώσω.

            Σ’ αγαπώ! Σ’ αγαπώ! Αλλά φύγε!

            Γιατί αν μπορούσα να σε σκοτώσω,

            θα σε σαβάνωνα σε μια κάσα

            και θα κεντούσα το σάβανό σου

            με μανουσάκια και με βιολέτες.

            Αχ, τι κακό, τι φωτιά

            το κεφάλι μού ανάβει!

 

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Τι σπασμένα γυαλιά μού τρυπάνε τη γλώσσα!

            Γιατ’ έχτισα να σε λησμονήσω

            πέτρινο τοίχο μπροστά στο σπίτι μου

            να με χωρίζει από το δικό σου.

            Αλήθεια λέω. Δεν το θυμάσαι;

            Κι όταν σε είδα από μακριά

            έριξα σκόνη μέσα στα μάτια μου.

            Μα σαν καβάληκα τ’ άλογό μου

            εκείνο μ’ έφερε μπρος στην πόρτα σου.

            Τότε καρφίτσες μαλαματένιες

            μπήκαν στο αίμα μου κι έγινε μαύρο,

            κι άμα κοιμήθηκα το κορμί μου

            αγκάθια γιόμισε και τριβόλια.

            Αν φταίει κάποιος δεν είμ’ εγώ,

            αν φταίει κάποιος είναι η γη

            κι η ευωδιά που ξεχύνεται

            από τα στήθια και τις πλεξούδες σου.

 

ΝΥΦΗ

            Αχ, τι τρελή, τι τρελή!

            Σ’ το λέω, να μοιραστώ δε θέλω

            μαζί σου ούτε κρεβάτι ούτε ψωμί,

            κι όμως δεν είναι μια στιγμή

            που να μπορώ να ζω μακριά σου.

            Γιατί με διώχνεις κι εγώ μένω,

            μου λες να φύγω, μα με σέρνεις

            σαν αχερόκλωνο του αγέρα.

            Σκέψου, παράτησα έναν άντρα

            μ’ όλο το σόι του στη μέση,

            κι έφυγα πριν τελειώσει ο γάμος

            με το στεφάνι στο κεφάλι.

            Όμως εσένα θα σκοτώσουν,

            εσένα! Κι έρχονται. Δε θέλω!

            Άσε με μόνη! Φύγε, φύγε!

            Κανείς δεν είναι να σε σώσει.

 

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

            Πουλιά της χαραυγής ξυπνήσαν

            και φτερουγίζουνε στα δέντρα.

            Η νύχτα αργοπεθαίνει τώρα

            πάνου στου λιθαριού την κόψη.

            Πάμε να βρούμε μια γωνιά

            όπου θα σ’ αγαπώ για πάντα,

            και δε με νοιάζουν οι άνθρωποι

            με το φαρμάκι που χύνουν.

            (Την αγκαλιάζει με πάθος.)

 

ΝΥΦΗ

            Κι εγώ θα κοιμηθώ στα πόδια σου

            για να φυλάω τα όνειρά σου.

            Γυμνή, κοιτάζοντας τον κάμπο.

       (δραματική)

            σα σκύλα. Γιατί σκύλα είμαι!

            Γιατί στα μάτια σε θωρώ

            κι η ομορφάδα σου με καίει.

 

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

            Η μια φωτιά βρίσκει την άλλη.

            Η ίδια φλόγα τα σκοτώνει

            μαζί δυο στάχια αδερφωμένα.

            (Την τραβάει.)

 

ΝΥΦΗ

            Πού με τραβάς;

 

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

            Εκεί που δε μπορούν να ’ρθούνε

            όσοι μας κυνηγάνε τώρα.

            Εκεί που θα μπορώ να σε κοιτάζω!

 

ΝΥΦΗ (Σαρκαστική.)

            Στα πανηγύρια να με γυρίζεις

            να ’μια ντροπή κάθε γυναίκας,

            κι οι άνθρωποι να με κοιτάνε

            με τα σεντόνια του γάμου μου

            σα φλάμπουρα στον αέρα.

 

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

            Το ξέρω. Έπρεπε να σ’ αφήσω

            αν είχα νου για να σκεφτώ.

            Μα από κοντά σου δε μπορώ

            να φύγω πια. Κι εσύ, το ίδιο.

            Δοκίμασε. Κάν’ ένα βήμα.

            Καρδιά του φεγγαριού καρφώσαν

            τη μέση μου με τους γοφούς σου.

 

β.(Πράξη Τρίτη−Τελευταία Εικόνα, Από την «αντιπαράθεση» Νύφης και Μάνας)

 

ΝΥΦΗ

Γιατί έφυγα με τον άλλο, ναι, έφυγα! (Με αγωνία.) Και συ το ίδιο θα ’κανες. Καιγόμουνα, ήμουνα γιομάτη πληγές κι απομέσα κι απόξω, κι ο γιος σου ήτανε μια σταλιά νερό, κι εγώ από κείνη τη σταλιά τα καρτέραγα όλα, γη, χώμα, παιδιά, ευτυχία. Αλλά ο άλλος ήταν ένα ποτάμι σκοτεινό γιομάτο κλαριά, που ερχόταν κοντά μου βουίζοντας και τραγουδώντας μουρμουριστά ανάμεσα στα καλάμια. Έτρεχα ν’ ανταμώσω το γιο σου που ήτανε σαν παιδάκι από κρύο νερό, κι ο άλλος μόστελνε τότε χιλιάδες πουλιά που δε μ’ αφήναν να περπατήσω, κι έριχναν πάχνη πάνου στις λαβωματιές μου, στις λαβωματιές μιας φτωχής μαραμένης γυναίκας, ενού αδύνατου κοριτσιού που το ’χε η φωτιά χαϊδεμένο. Δεν ήθελα μ’ ακούς; Δεν το ήθελα! Ο γιος σου ήταν η ίδια μου η ζωή, και δεν τον γέλασα, όχι, δεν τον εγέλασα. Αλλά το χέρι του άλλου με πήρε σαν ένα κύμα της θάλασσας, μου ’δωκε μια σαν κουτουλιά μουλαριού, και δεν μπορούσα να κάμω αλλιώς, θα μ’ έσερνε κοντά του παντοτινά, παντοτινά, παντοτινά, ακόμα κι αν είχα γίνει γριά κι όλα του γιου σου τα παιδιά κρεμόντανε στα μαλλιά μου!

[…]

ΜΑΝΑ

            Γειτόνισσες: μ’ ένα μαχαίρι,

μ’ ένα μικρό μικρό μαχαίρι,

μια μέρα αφορεσμένη και πικρή,

καν δυο καν τρεις θα ’ταν η ώρα,

δυο άντρες σκοτωθήκανε γι’ αγάπη.

Μ’ ένα μικρό μικρό μαχαίρι,

π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει,

μα κείνο μπαίνει παγωμένο

στην ξαφνιασμένη μας καρδιά,

και σταματάει εκεί που τρέμει

θολή κι αξήγητη για πάντα

η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.

Κι είναι, σας λέω, ένα μαχαίρι,

ένα μικρό μικρό μαχαίρι,

ψάρι χωρίς ποτάμι, χωρίς λέπια,

π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει.

Κι όμως μια μέρα αφορεσμένη,

καν δυο καν τρεις θα ’ταν η ώρα,

με τούτο το μικρό μαχαίρι

δυο παλληκάρια μείναν ξερά

με παγωμένα τα χείλια τους.

Ούτε το χέρι δεν το πιάνει

Μα κείνο μπαίνει παγωμένο

στην ξαφνιασμένη μας καρδιά,

και σταματάει εκεί που τρέμει

θολή κι αξήγητη για πάντα

η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.

ΛΟΠΕ ΔΕ ΒΕΓΑ - Φουέντε Οβεχούνα

(μετάφραση-διασκευή: Νίκος Γκάτσος, Εκδόσεις Πατάκη, 2001)

 

Μέρος πρώτο

Εικόνα πρώτη

Μια δημόσια πλατεία τη Φουέντε Οβεχούνα. Ανθρωποι σκυθρωποί και αμίλητοι περνούν βιαστικά πηγαίνοντας προς την είσοδο του χωριού. Μια γυναίκα φέρνει νερό από τη βρύση μ’ ένα σταμνί που το κουβαλάει στον ώμο της. Ενας νέος περνάει στο πλάι της τρέχοντας και τη σκουντάει, χωρίς να της δώσει καμιά προσοχή.

Πρώτη γυναίκα
Μπα σε καλό σας σήμερα! Τι τρέχετ’ έτσι σαν να σας κυνηγάνε! (Αφήνει κάτω τη στάμνα της και κοιτάζει προς την κατεύθυνση που έφυγε ο Νέος).

(Μερικές άλλες γυναίκες περνούν βιαστικά από την πλατεία).

Δεύτερη γυναίκα (Καθώς περνάει, χωρίς να σταματήσει).
Χουάνα! Δε θα ‘ρθεις να καλωσορίσουμε τον αφέντη μας; Ο Δήμαρχος είπε να μαζευτούμε στο μεγάλο λιβάδι!

Πρώτη γυναίκα (Με αγανάκτηση).
Άλλη δουλειά δεν είχα! Χαρά στο μούτρο που θέλει και καλωσόρισμα! (Φορτώνεται πάλι τη στάμνα και προχωρεί για το σπίτι της).

(Μπαίνουν η Λαουρένθια και η Πασκουάλα).

Λαουρένθια
Δεν τσακιζότανε, Παναγιά μου! Δεν έπεφτε από τ’ άλογο να γλιτώσουμε! Τι θα κάνω τώρα μ’ αυτόν τον άνθρωπο;

Πασκουάλα
Καλά που δεν έβαλες τα κλάματα όταν σ’ το ‘πα!

Λαουρένθια
Νύχτα μέρα παρακαλιόμουνα στο Θεό να μην ξαναγυρίσει ποτέ στη Φουέντε Οβεχούνα! Και να τος που ξαναγύρισε! Μα, έννοια σου, και θα σ’ τον κάμω εγώ να σκυλιάσει, αν ξαναρχίσει τα ίδια! Είδες ποτέ σου βελανιδιά πιο πεισματάρα και ξεροκέφαλη από μένα;

Πασκουάλα
Το νου σου, Λαουρένθια. Κι άλλες τα ίδια λέγανε, μα στο τέλος λυγίσανε. Δεν είναι πέτρα η καρδιά του ανθρώπου. Κανένας δεν μπορεί να πει ότι δε θα διψάσει ποτέ για νερό!

Λαουρένθια

Εγώ το λέω! Το λέω και το φωνάζω σ’ όλον τον κόσμο! Και γιατί να μην το πω, παρακαλώ; Τι έχω να κερδίσω αν πάω με τον Φερνάν Γκόμεθ; Ή θαρρείς ότι σκέφτηκε ποτέ του να με παντρευτεί;

Πασκουάλα
Όχι βέβαια!

Λαουρένθια
Ε, λοιπόν, εμένα τέτοιες ντροπές δε μ’ αρέσουνε! Καλύτερα να πεθάνω παρά να καταντήσω σαν κάτι άλλα κορίτσια του χωριού που πιστέψανε τα γλυκόλογά του κι είναι τώρα για να τα κλαις! Για μια τιμή ζει ο άνθρωπος!

Πασκουάλα
Θα ‘σαι τυχερή αν γλιτώσεις από τα νύχια του!

Λαουρένθια

Εγω; Δε με ξέρεις καλά, Πασκουάλα! Ένα μήνα τώρα με κυνηγάει, και τι κατάλαβε, σε παρακαλώ; Τον καιρό του χάνει και τίποτ’ άλλο! Νόμισε πως θα ‘τρεχα να πέσω στα πόδια του, άμα θα ‘βλεπα τα δώρα που μου ‘στειλε με κείνα τα βρομόσκυλα, τον Φλόρες και τον Ορτούνιο. Σα δεν ντρέπεται, λέω γω!

[…]

ΛΑΡΤΣΙΜΠΛΑΝΤ ΜΑΚ ΛΗΣ - Ιώβ

(απόδοση: Νίκος Γκάτσος, Εκδόσεις Πατάκη, 2003)


Πράξη δεύτερη

Τα φώτα της πλατείας χαμηλώνουν. Το κουρέλι της τέντας τραβιέται προς το πλάι. Το φως ανάβει στη σκηνή, δείχνοντας τον Κύριο Ζους αμυδρά πάνω στο ψηλό κοντάρι, τον Νίκελς κάτω και τις Γυναίκες γύρω στις άκρες της πίστας. Ο Ιώβ είναι ξαπλωμένος χάμω σαν νεκρός. Η Τζόλυ κάθεται ακίνητη, απορροφημένη, και τον κοιτάζει. Ξαφνικά, καθώς το φως της λάμπας δυναμώνει, ο Ιώβ σαλεύει. Η Τζόλυ ξαφνιάζεται και βγάζει μια κραυγή.

Τζόλυ
Μαμά!

Κυρία Λέζιουρ (τρίβοντας τα μάτια της από τον ύπνο).
Κοίτα τον! Ξύνετα. Παλεύει να βγάλει τα σπυριά από το κορμί του.

Κυρία Μέρφυ
Πού να τα βγάλει ο δύστυχος! Δε βλέπεις που ‘ναι γεμάτος απ’ τα πόδια ως το κεφάλι;

Μις Μέιμπλ
Μα πρέπει να παλέψει! Δεν μπορεί να κάθεται έτσι. Ανθρωπος είναι.

Κυρία Μποτιτσέλι
Ξέρεις τι είν’ ο άνθρωπος; Πατάτα! Οσο βαθύτερα τη χώνεις, τόσο θεριεύει και μεγαλώνει.

Μις Μέιμπλ (ρίχνοντας μια ματιά στις τέσσερις γριές).
Ούτε λόγος! Κι αν ακόμα είναι ξερή και γέρικη. Φουντώνει!

Κυρία Μέρφυ (Αγκαλιάζοντας τα γέρικα κόκαλά της).

Ναι! Πώς! Εμένα θα μου πεις; Εμένα;

Ιών (Ανασηκώνεται στα γόνατά του).
Διατί ούτως με έκρινας, Θεέ μου;

(σιωπή)

Κύριος Ζους (στον Νίκελς)
Εφτασε η ώρα, Νίκελς! Ηρθε η ώρα! Θυμάσαι τις γεμάτες περηφάνια προφητείες σου; Θυμάσαι τι μου είπες; Παρ’ του το καθετί, βασάνισέ του τη σάρκα, το κορμί, και τότε σίγουρα θα βλαστημήσει τον Θεό! Λοιπόν; Τον άκουσες να βλαστημήσει; Ο Θεός έκανε ό,τι του ζήτησες: Κατάστρεψε τον άνθρωπο αυτόν χωρίς αιτία…

Νίκελς
Κατάστρεψε τον πλούτο, τα παιδιά του, έκανε το πετσί του ένα κουρέλι, τυράννησε τη σάρκα του, αλλ’ αυτόν τον ίδιο δεν τον άγγιξε. Η ψυχή του μένει ακόμα ανέγγιχτη. Πες του, όμως, πως δεν υπάρχει αιτία! Απόδειξέ του πως ούτε ο Θεός ούτε οι άνθρωποι έχουν κάνενα λόγο να υποφέρει! Νομίζεις πως και τότε θα ζητάει απ’ τον Θεό να του εξηγήσει; Πάντως, όχι με την ίδια φωνή.

Κύριος Ζους
Κάμε ό,τι θέλεις. Ο,τι σ’ αρέσει. Τώρα πια τον έχασες. Για πάντα. Το παιχνίδι είναι χαμένο.

[…]

ΕYΓΕΝΙΟΣ Ο’ ΝΗΛ - Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα

(απόδοση: Νίκος Γκάτσος, Εκδόσεις Πατάκη, 2004)

 

Πράξη τέταρτη

Το ίδιο δωμάτιο γύρω στα μεσάνυχτα. Η λάμπα έξω στο διάδρομο είναι σβησμένη κι έτσι κανένα φως δεν μπαίνει από την πλαϊνή πόρτα. Μόνο μια μικρή λάμπα για διάβασμα είναι αναμμένη πάνω στο τραπέζι. Έξω από τα παράθυρα το παραπέτασμα της ομίχλης έχει γίνει ακόμα πιο πυκνό. Με το άνοιγμα της αυλαίας ακούγονται η σειρήνα και τα καμπανάκια των βαποριών στο λιμάνι.

Ο Τάιρον κάθεται στο τραπέζι. Φοράει γυαλιά πανς-νε και ρίχνει πασιέντσες. Έχει βγάλει το σακάκι του και φοράει μια παλιά καφετιά ρόμπα. Στο δίσκο η μποτίλια με το ουίσκι είναι άδεια κατά τα τρία τέταρτα, αλλά πλάι της βρίσκεται μια άλλη μποτίλια που δεν έχει ακόμη ανοιχτεί. Ο Τάιρον είναι μεθυσμένος. Το δείχνει ο τρόπος που κοιτάζει ένα ένα τα χαρτιά για να τα ξεχωρίσει και μετά παίζει σαν να μην είναι σίγουρος πού ακριβώς πρέπει να τα τοποθετήσει. Τα μάτια του είναι γυάλινα και θαμπά και το στόμα του χαλαρό. Αλλά παρ’ όλο το ουίσκι που έχει πιει κρατιέται καλά και, όπως στο τέλος της προηγούμενης πράξης, είναι ένας λυπημένος και νικημένος γέρος που έχει παραιτηθεί χωρίς ελπίδα.

Καθώς ανοίγει η αυλαία, ο Τάιρον τελειώνει την πασιέντσα του και ανακατεύει τα τραπουλόχαρτα. Τα ανακατεύει αδέξια και δυο τρία του πέφτουν στο πάτωμα. Τα μαζεύει από κάτω με δυσκολία και αρχίζει πάλι να τα ανακατεύει όταν ακούει κάποιον να μπαίνει από την μπροστινή πόρτα. Κοιτάζει πάνω από τα γυαλιά του προς το διάδρομο.

 

Τάιρον βραχνά.
Ποιος είν’ εκεί; Εσύ ‘σαι, Εντμοντ;

Ο Εντμοντ απαντάει απ’ έξω μ’ ένα κοφτό «ναι». Επειται φαίνεται να σκοντάφτει σε κάτι μέσα στο σκοτάδι κι ακούγεται να βλαστημάει. Σε λίγο η λάμπα του διαδρόμου ανάβει. Ο Τάιρον συνοφρυώνεται και φωνάζει.

Σβήσε αυτό το φως πριν μπεις.

Ο Εντμοντ δεν το σβήνει. Μπαίνει από την πλαϊνή πόρτα. Είναι κι αυτός μεθυσμένος, αλλά, όπως και ο πατέρας του, κρατιέται καλά. Το μόνο που τον προδίδει είναι τα μάτια και μια επιθετικότητα στους τρόπους του. Στην αρχή ο Τάιρον τον υποδέχεται μ’ εγκάρδια ανακούφιση.

Ελα, βρε παιδάκι μου, γιατί άργησες; Πήγα να τρελαθώ με τέτοια μοναξιά εδώ μέσα.
Με δυσφορία.
Ωραία! Με παρατάς ολομόναχο όταν ξέρεις πολύ καλά.
Εξοργισμένος.
Σου ‘πα να σβήσεις εκείνο το φως! Δεν έχουμε χοροεσπερίδα για να ‘χουμε γενική φωταψία! Τι, μόνο και μόνο για να πετάμε λεφτά στον αέρα;

Εντμοντ
Θυμωμένος

Φωταψία! Ένα γλομπάκι! Κι ο φτωχότερος έχει ένα γλομπάκι να καίει στο διάδρομο πριν πέσει να κοιμηθεί.

Τρίβει το γόνατό του.

Παραλίγο να τσακιστώ μέσα στο σκοτάδι.

Τάιρον
Από ‘δω φέγγει και στο διάδρομο. Αν δεν ήσουν μεθυσμένος θα ‘βλεπες καλύτερα και δε θα σκόνταφτες.

Εντμοντ
Εγώ μεθυσμένος! Του λόγου σου δεν πας πίσω. Ολος ο κόσμος βάζει ένα φως στην είσοδο του σπιτιού.

Τάιρον
Ακούς τι σου λέω; Δεκάρα δε δίνω τι κάνουν οι άλλοι. Αν θέλουν να πετάν τα λεφτά τους για να κάνουν επίδειξη, πολύ που με νοιάζει!

Εντμοντ
Μα στο Θεό σου, για ένα γλομπάκι! Βρε, τέτοιος τσιγκούνης σαν κι εσένα μήδε γενεί μήδε βρεθεί! Αφού σου ‘βαλα κάτω τα νούμερα και σου απόδειξα πως όλη τη νύχτα να καίει μια λάμπα δεν κοστίζει ούτε όσο ένα πιοτό!

[…]