Προσωπικότητα

Έγραψαν για τον Γκάτσο


Κούρτοβικ Δημοσθένης, «Νίκος Γκάτσος»
Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1995, Σσ.56

Η Αμοργός, για την οποία λέγεται ότι γράφτηκε μέσα σε μια νύχτα με τη μέθοδο της "αυτόματης γραφής", είναι ουσιαστικά μια ενιαία σύνθεση, που την αποτελούν έξι ποιητικές ενότητες με διαφορετική μορφή και διάθεση. Με μια έννοια, μπορεί να θεωρηθεί ως επιτομή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, γιατί συμπυκνώνει την ιστορία της από το δημοτικό τραγούδι ως τον υπερρεαλισμό και από το λαϊκό παραμύθι ως τον ακαδημαϊκό λόγο, συνδέοντας τους επιμέρους εκφραστικούς τρόπους σ' ένα είδος μουσικής συμφωνίας με κάποια υπόρρητα κοινά μοτίβα. Ο ακριβής προσδιορισμός αυτών των μοτίβων δεν είναι εύκολος και ίσως ούτε εφικτός· είναι πάντως αρκετά φανερό ότι έχουν να κάνουν με την αίσθηση της αέναης ροής του κόσμου, τη μελαγχολία για κάποιο χαμένο όνειρο, αλλά και την αναζήτηση καινούργιων οριζόντων.

 

Αργυρίου Αλέξανδρος, «Ο Νίκος Γκάτσος και ο υπερρεαλισμός»
Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1983, Σσ.187

Όμως το μικρό σε όγκο έργο του είναι αφάνταστο πόσο επηρέασε έναν σημαντικό αριθμό από νεότερους ποιητές, και όχι μόνο δεύτερης και τρίτης σειράς. Δεν νομίζω πως οφειλόταν τόσο στο ταίριασμα του υπερρεαλισμού με τους τόνους του δημοτικού τραγουδιού ο λόγος που εισακούστηκε έτσι πολύ ή ποίηση του Γκάτσου, όσο γιατί τελικά η γραφή του, μέσα από τις υπερρεαλιστικές παραβάσεις της έκφρασης συντηρώντας μια λογική που υπάκουε σε συγκινησιακή οικονομία, απέδιδε ζεστούς ανθρώπινους τόνους. Αν λογαριάσει μάλιστα κανείς την εποχή που κυκλοφορούσε το ποίημα (προτελευταίος χρόνος της Κατοχής) με μια αντίσταση αναπτυγμένη (και τους χιτλερικούς, μαζί με τους Έλληνες συνεργάτες τους, σε άμιλλα θανατώσεων), μπορεί να αντιληφθεί γιατί το «ηρωικό και πένθιμο» στοιχείο του ποιήματος φαινόταν —πιθανόν ερήμην των προθέσεων του Γκάτσου και των αισθητικών άρχων του— να εκπροσωπεί και να αποδίδει το πνεύμα της εποχής.
Ίσως μια τέτοια προέκταση να αποτελούσε λανθασμένη ανάγνωση του ποιήματος, ίσως όμως, ακόμη κι όταν ένα έργο γράφεται σε αντιδιαστολή προς την εποχή του, τελικά να μην μπορεί ν’ αποφύγει να την εκφράσει, επειδή οι ευαίσθητες κεραίες ενός ποιητή δέχονται και ότι δεν είναι ο ίδιος διατεθειμένος να παραλάβει. Επιπλέον ένα ποιητικό έργο είναι βασικά κείμενο που έχει μια ανεξάρτητη από το δημιουργό του υπόσταση, και περιέχει τόσες δυνατές αναγνώσεις όσες το ίδιο επιτρέπει και νομιμοποιεί.

 

Θέμελης Γιώργος, «Νίκος Γκάτσος»
Η νεώτερη ποίησή μας, Εκδόσεις Φέξη, Αθήνα 1963, Σσ.76-77

Ο ‘ΜΠΟΛΙΒΑΡ’ του Εγγονόπουλου μας δίνει το όραμα μιας τιτανικής απελευθερωτικής δύναμης, που θ’ αλλάξει τον κόσμο. Η «Ενδοχώρα» του Εμπειρίκου μας στρέφει προς την προσδοκία μιας πανερωτικής ρόδινης άνοιξης. Τι μας δίνει η «Αμοργός» του Γκάτσου ή τι μας υπόσχεται; Είναι η πιστοποίηση μιας ταυτότητας, θάλεγα• της ταυτότητας του ποιητή. Μια ψυχή θρεμμένη μέσα της με αποθέματα ελληνικού- νεοελληνικού χρόνου, συσσωρευμένα στην ουσία του Δημοτικού Τραγουδιού, βρήκε έξαφνα, μέσα σε μια νύχτα, τον τρόπο •να εκφραστεί μέσα σ' ένα ποίημα αυθόρμητης γένεσης. Αυτή η σύντομη ιστορία του έργου ορίζει την ποιότητα και την αξία του. Μια ψυχή άνοιξε μέσα της και γνώρισε τον εαυτό της, επόπτευσε τα κειμήλια της, ένας αυτοαγνοούμενος απόκτησε αυτογνωσία, κ’ έδωσε παρόν στον εαυτό του και στους άλλους. Ποια είναι τα φυσιογνωμικά της γνωρίσματα; Ότι είναι ντυμένη με το κοινό για όλους μας λίγο - πολύ λαϊκό νεοελληνικό ή φυλετικό ψυχολογικό υπόστρωμα, με αέρα καύχησης και λεβεντιάς, όπως τον αποπνέει ο ρυθμός των στίχων και η συσσώρευση από βαθύτερες φυλετικές μνήμες, αντλημένες από όλα τα σημεία του ελληνικού χρόνου, μέσα σε μια, προσωπικής εδώ υφής, συγκεντρωτική συνισταμένη,— που σχεδόν, θάλεγα, θυσιάζει την έκτακτη ατομική εξαίρεση της, ως φωνή, στην κοινή βαθύτερη φωνή, που ενυπάρχει λίγο - πολύ σε κάθε ελληνική ψυχή. Κυριαρχεί, θέλω να πω, η Κοινή Νεοελληνική ψυχή επάνω στην ιδιαίτερη απόχρωση της ατομικής ψυχής του ποιητή, ο δημοτικισμός... της δημοτικής ομιλίας και των λαϊκών τραγουδιών.

 

Είπαν για τον Γκάτσο

Τρεις ποιητές για τα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου

 

1. Απόσπασμα από το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη 

Σκοποί στο ένα δάχτυλο για τον Νίκο Γκάτσο

«Ακόμη και στους στίχους που για βιοποριστικούς λόγους έγραψε (αλλά και γιατί προτιμότερη βρίσκει την ταπεινή τέχνη που λειτουργεί παρά την υψηλή που σκονίζεται στα ράφια) οι αρετές του περνάνε τις περισσότερες φορές, σχεδόν ατόφιες, μείον τη διαφορετική κλίμακα. Και θα μου επιτραπεί να υποστηρίξω πως μερικοί στίχοι απ’ αυτούς που έγραψε για την «Μυθολογία» του Μάνου Χατζιδάκι, για τους «Δροσουλίτες» του Χριστόδουλου Χάλαρη και, τώρα τελευταία για το «Ρεμπέτικο» του Σταύρου Ξαρχάκου, ξεπερνούν κατά πολύ μερικά μεγαλεπήβολα σύγχρονα ποιητικά μας έργα και διδάσκουν τι πάει να πει αρρενωπότητα της δημοτικής παράδοσης, οργανική λειτουργία της ομοιοκαταληξίας, ήθος της ελληνικής». (περ. η λέξη, τχ. 52, αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο, Φεβρουάριος 1986)

 

2. Απόσπασμα από το άρθρο του Γιώργου Κοροπούλη

Η «σιωπή» του Νίκου Γκάτσου

«Λένε πως τα μέτρια ποιήματα γίνονται - προπάντων αυτά - καλά τραγούδια· μπορεί να ’ναι κι έτσι. Στις καλύτερες στιγμές του πάντως, ο Γκάτσος δείχνει να αγνοεί αυτό το ιδεολόγημα. Ας διαβάσουμε ένα πασίγνωστο τραγούδι.

          Έβαλε ο Θεός σημάδι
          παλληκάρι στα Σφακιά
          κι ο πατέρας του στον Άδη
          άκουσε μια τουφεκιά.

          Της γενιάς μου βασιλιά,
          μην κατέβεις τα σκαλιά,
          πιες αθάνατο νερό
          να νικήσεις τον καιρό.

          Έβαλε ο Θεός σημάδι
          παλληκάρι στα Σφακιά
          κι η μανούλα του στον Άδη
          τράβηξε μια χαρακιά.

          Της καρδιάς μου βασιλιά
          με τον ήλιο στα μαλλιά
          μην περνάς τη χαρακιά -
          η ζωή είναι πιο γλυκιά.

Αυτό το τραγούδι εμένα με οδηγεί (περνώντας από το «Στερνό παραμύθι» του Πορφύρα) ολόισια στον Τάφο του Παλαμά - και διαβάζοντάς το (η μελοποίηση το αδικεί, εν προκειμένω) ακούω την ιδεώδη αντίστιξη του κορυφαίου παλαμικού τετράστιχου:

          Ήσυχα και σιγαλά
          και μ’ όλα τα φιλιά μας
          γύρισες προς τ’ άγνωστο
          μέσ’ απ’ την αγκαλιά μας.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα τραγούδια του Γκάτσου, απορρίπτουν τη ρητορική χλιδή και κρατούν την ουσιώδη μορφή, δηλαδή τον κραδασμό του ποιήματος». (εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 19/5/1992)

 

3. Απόσπασμα από το εκτενές δοκίμιο του Θανάση Χατζόπουλου

Μια θέση πλάι του κενή (μονές βιολέτες για τον Νίκο Γκάτσο)

«Γιατί αν ο Ν. Γκάτσος έγραψε τραγούδια, αυτό δε σημαίνει ότι το έργο του, είτε το υπαγόρευσε είτε το ακολούθησε η μουσική, δε διατρέχεται από αυτή την κοινή αίσθηση πραγμάτων γύρω από την οποία οργανώνονται τα επιμέρους. Κατέχεται από μια πολύ συγκεκριμένη θεώρηση ζωής κάποιου που συμμετέχει και παίρνει αίφνης μια απόσταση, όση του χρειάζεται για να αντιλαμβάνεται καθαρά τα πράγματα και την πραγματικότητα, όση του χρειάζεται για να μη χάνει την επαφή μαζί τους, μια στάση νηφάλιου μέτοχου της ίδιας της ζωής. Αυτή συνέχει με συνέπεια όλο του το έργο και του επιτρέπει ή του υπαγορεύει να γράφει ως υπόμνηση «Θυμήσου το στερνό σου το πρωί/ παράθυρο στο φως είναι η ζωή». Ακόμη και τα πιο μελαγχολικά τραγούδια του Ν. Γκάτσου διαπερνώνται από μια τέτοια διαθήκη. Και στην πιο απελπισμένη στιγμή το αγαθό της ζωής παραμένει ακέραιο. Και εξαιτίας αυτού ο Ν. Γκάτσος γνωρίζει να γίνεται τρυφερός και να παρηγορεί, όπως να γίνεται σκληρός και να ειρωνεύεται όταν αναφέρεται, ας πούμε, στους δυνατούς του κόσμου και στα ιστορικά τους δημιουργήματα. Γι’ αυτό και οι «ιστορίες» του είναι παραδειγματικές. Δειγματίζουν χωρίς διδακτική πρόθεση. Αυτός όμως είναι και ο τρόπος του καλού τεχνίτη, ενός σοφού που δε διδάσκει καθόλου, δεν είναι αυτός ο σκοπός του, απλώς κάτι δείχνει σε χρόνο ανύποπτο, κάπου οδηγεί, κι αυτό το καταλαβαίνεις μόνο αφού έχεις φτάσει εκεί. […] Μιλούσε με τα τραγούδια του για μικρά περιστατικά του βίου, για ιστορίες από τη μεγάλη ιστορία, τραγουδώντας στην αμοιβαία άρθρωσή τους -ιστοριών και ιστορίας- πάθη και επιθυμίες των ανθρώπων. Και μάλιστα με τρόπο σύντομο που κρατούσε από το τσόφλι κι από τη σάρκα κι από το κουκούτσι όσο χρειαζόταν για αν μη χαθεί το παραδειγματικό των ιστοριών του. Ήξερε να φτιάχνει όχι σκίτσα αλλά σαφή περιγράμματα, σχήματα που υπέβαλαν το όλο από επιμέρους ψήγματα. Και το να φτιάχνει κανείς με δυο τρεις στίχους μια ιστορία χωρίς να σχηματοποιεί αλλά υπό το σχήμα να ανακαλεί το βίο και το σύνολό του, τη σάρκα και το πνεύμα της, απαιτεί εκτός από τη λιτότητα στη μορφή της στιχουργίας, εκτός από το ευθύβολο του λόγου, κυρίως το εμβληματικό των ηρώων και της ιστορίας τους, κι αυτό σημαίνει πλάτος και βάθος γνώσης η οποία επιτρέπει σε μια σταγόνα να μιλάει για ένα ποτάμι». (περ. διαβάζω, τχ. 443, αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο, Σεπτέμβριος 2003)

 

Επιστολή προς Ελύτη


 

29 Απριλίου

Αγαπητέ μου Οδυσσέα,

Είναι μια εβδομάδα περίπου από τότε που έλαβα το γράμμα σου, αλλά δε σου απάντησα αμέσως περιμένοντας να βρω την κατάλληλη ευκαιρία για να σου γράψω πιο πλατιά και πιο ελεύθερα τις σκέψεις μου και τα συμπεράσματά μου από πολλά πράγματα που μας απασχολούν και τους δυο. Ωστόσο, οι λεγόμενες «εσωτερικές συνθήκες» εξακολουθούν να παίζουν μεγάλο και ως ένα σημείο αρκετά βλαβερό ρόλο στη ζωή μου, και αμφιβάλλω πολύ αν, περιμένοντας την πιο κατάλληλη ευκαιρία, δεν αναβάλλω το γράμμα μου για πολύν καιρό. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, πρόχειρα, σα να βρισκόμασταν μαζί σε κάποια φιλική γωνιά όπως άλλοτε, κι ας αφήσουμε τα οριστικά συμπεράσματα από ορισμένες ανησυχίες μας, αφού άλλωστε μπορεί να είναι πολύ θλιβερά, για άλλη φορά.

Και πρώτα-πρώτα ευχαριστήθηκα πολύ που έλαβα γράμμα σου ύστερα από τόσον καιρό. Τα παράπονά μου νομίζω πως ήταν δικαιολογημένα: Σου είχα γράψει για τις φροντίδες μου και για τις προσπάθειες που έκαμα να πείσω όχι τόσο τον Αλέξη Σολομό όσο τους άλλους υπευθύνους του θεάτρου ότι συντομεύοντας αναγκαστικά τον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, έπρεπε να κρατήσουμε τα μέρη που εγώ θεωρούσα περισσότερο «θεατρικά» -δηλαδή πιο εύκολα να τα ερμηνεύσουν κατά τον τρόπο τους. Περίμενα μια τυπική τουλάχιστο έγκρισή σου για να τους μιλώ με περισσότερο κύρος, αλλά εσύ αγρόν ηγόραζες εις τα Ηλύσια Πεδία. Πάντως το ποίημα είχε μεγάλη επιτυχία όπως διάβασες και οι επιφυλάξεις των κριτικών σχετικά με την ερμηνεία ήταν ως ένα σημείο δικαιολογημένες, γιατί έχω πεισθεί πως οι Έλληνες ηθοποιοί βρίσκονται σε πολύ χαμηλό πνευματικό επίπεδο. Και φυσικά άλλο είναι να ερμηνεύσεις ένα συνηθισμένο νατουραλιστικό δράμα, κι άλλο να ερμηνεύεις ένα ποιητικό κείμενο.

Αλλά και γενικά η πνευματική κατάσταση στην Ελλάδα είναι νομίζω σήμερα χειρότερη από κάθε άλλη φορά. Αν δεν κάνω λάθος, ο Κατσίμπαλης σου στέλνει ταχτικά περιοδικά και τα περίφημα Λογοτεχνικά Νέα του «Έθνους», κι έτσι θα έχεις μια μικρή ιδέα για το τι συμβαίνει εδώ πέρα. Έχουν έρθει στο προσκήνιο διάφοροι απίθανοι άνθρωποι που περνούν για ποιητές κι είναι χειρότεροι κι από τους αξιοθρήνητους αισχρούς συκοφάντες των «Νέων Ρυθμών». Αλλά μήπως τους απαντά κανείς για να τους βάλει στη θέση τους; Ο Καραντώνης έχει σχεδόν πάψει να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία. Ο Δημαράς με το περίφημο Επίμετρο στην Ιστορία του της Λογοτεχνίας δημιούργησε μεγαλύτερη σύγχυση. Οι άλλοι κριτικοί είναι ανύπαρκτοι, δεν έχουν κανένα κύρος και καμιά κατάρτιση. Αλλά κι εμείς δεν πάμε πίσω. Ο Σεφέρης προτιμά να αγνοεί τη σύγχρονη πραγματικότητα της λογοτεχνίας μας και να μένει βυθισμένος στη σιωπή του στην Άγκυρα. Εσύ προτιμάς επίσης τη μόνωση, μ’ όλο που ξέρω ότι δε σου αρέσει. Όσο για μένα, η απογοήτευσή μου είναι δυστυχώς ισχυρότερη από κάθε διάθεσή μου ν’ ανακατευτώ σε τρέχοντα λογοτεχνικά ζητήματα -προς το παρόν, τουλάχιστο. Κι όμως εμείς θα έπρεπε να δώσουμε τον τόνο και να έχουμε τον πρώτο λόγο στη σημερινή λογοτεχνική ζωή της χώρας μας, όχι μόνο γιατί πιστεύω πως είμαστε -άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο- οι πιο προικισμένοι της γενιάς μας, αλλά και γιατί μπορούμε να διακρίνουμε την ποιότητα των πραγμάτων, άσχετα αν σαν δημιουργοί δε μπορούμε πάντοτε να φτάσουμε εκεί που θέλουμε. Ούτε είναι αλήθεια πως οι πραγματικοί ποιητές μένουν μακριά από την τύρβη της ζωής, κλεισμένοι στον εαυτό τους και στις ονειροπολήσεις τους. Ίσια-ίσια. Ο Έλιοτ θεωρείται από πολλούς σήμερα ένας «κλειστός» ποιητής, αλλά τι άλλο ήταν η Έρημη Χώρα παρά μια διαμαρτυρία και μια κριτική της σύγχρονης ζωής -κι όχι μόνο της σύγχρονης; Και τι άλλο έκαμε, με το δικό του τρόπο, ο Καβάφης, που θεωρείται κι αυτός ένας «κλειστός» ποιητής, αν όχι μια κριτική της σύγχρονης ζωής με τη μάσκα της κριτικής του παρελθόντος; Περιορίζομαι σε δυο κάπως σημαντικότερα παραδείγματα ποιητών του καιρού μας, ενώ θα μπορούσα να αναφέρω περισσότερα. Και σου μιλώ για ποιητές που διαβάζονται, ενδιαφέρουν κι επηρεάζουν σήμερα, άσχετα με τις μικρές ή μεγάλες αντιρρήσεις που μπορεί κάποιος από μας να έχει για το έργο τους ή για τη στάση τους απέναντι στα προβλήματα της ζωής.

Αυτές και πολλές άλλες σκέψεις -που λυπούμαι γιατί σήμερα δεν έχω την κατάλληλη ευκαιρία, όπως σου έλεγα πριν, να σου τις αναπτύξω πιο πλατιά- μ’ έχουν κάνει να αναθεωρήσω πολλές απόψεις μου για την ποίηση όπως πρέπει να γράφεται σήμερα, και να διστάζω να δημοσιεύσω παλαιότερά μου ποιήματα, σαν το Μικρό Χορμόπουλο ή την Ισπανική Ραψωδία, που μπορεί να είναι στο είδος τους αρκετά καλά και μάλιστα να κάνουν εντύπωση σε πολλούς, αλλά που εμένα δε με ικανοποιούν πια γιατί μου φαίνεται πως πρέπει να είχαν γραφτεί πριν από εβδομήντα τουλάχιστο χρόνια. Καταλαβαίνεις, φυσικά, ότι δε μιλώ καθόλου εδώ με την έννοια των διαφόρων αριστερών και μη απόψεων, που υποστηρίζουν πως οι ποιητές πρέπει να ενδιαφέρονται για τον πόνο του ανθρώπου, για την κοινωνική δυστυχία, και γι’ άλλα «ηχηρά παρόμοια», που είναι ωραίες παρηγοριές και καταφύγια για ανθρώπους χωρίς ευαισθησία, χωρίς αντίληψη, και χωρίς ταλέντο. Αλλά πιστεύω πως ο αληθινός ποιητής, είτε το ξέρει είτε όχι, εκφράζει το νόημα της εποχής του -κι είναι τρομερά δύσκολο να βρει κανείς το πραγματικό νόημα, τον χαρακτήρα της δικής μας εποχής.

Νομίζω ότι τα ίδια περίπου θέλεις κι εσύ να πεις στο τελευταίο σου γράμμα, κι είναι κρίμα που δεν είμαστε κοντά για να μιλούμε περισσότερο. Χάρηκα με την ιδέα ότι μπορεί σε λίγους μήνες να έρθεις, αν και φοβούμαι ότι δύσκολα θα συνηθίσεις πάλι το στενό περιβάλλον της Αθήνας. Ωστόσο μπορεί να σου κάνει καλό από δημιουργική άποψη -ποιος μπορεί να ξέρει; Δε μου γράφεις, όμως, αν έχεις μερικούς ανθρώπους που να μπορείς να συνεννοείσαι μαζί τους, στο Παρίσι. Ο Ζήσιμος είναι πραγματικά πολύ αξιόλογος άνθρωπος, και η τυχόν επιρροή του πάνω σου θα είναι νομίζω πάντοτε για καλό. Οι μεταφράσεις του από τον Έζρα Πάουντ είναι αρκετά καλές μόνο που τους λείπει κάπως η μαγική χάρη που έχει το πρωτότυπο -δεν παραγνωρίζω φυσικά τις τρομερές αδυναμίες της δικής μας γλώσσας.

Τα καθημερινά πράγματα της Αθήνας είναι πάντοτε τα ίδια. Ο Εγγονόπουλος παντρεύτηκε -θα το έχεις μάθει φαντάζομαι. Ο Κατσίμπαλης είναι καλά. Τα χαρτοπαίγνια απαγορεύονται.

Δεν έχω σήμερα περισσότερα να σου γράψω. Θα τα ξαναπούμε άλλη φορά. Η Ντίνα σού στέλνει πολλά χαιρετίσματα, κι εγώ περιμένω γρήγορα γράμμα σου.

 

Με αγάπη,

Νίκος