Κριτικές

Νίκος Γκάτσος, Δάνεισε τα μετάξια στον άνεμο, πρόλ.: Ευγένιος Αρανίτσης, Ικαρος 1994
Φεύγοντας, ο Νίκος Γκάτσος άφησε πίσω του το ένα και μοναδικό ποίημα της ζωής του, δεκάδες τραγουδιών που όλοι αγαπήσαμε, και την ίδια τη ζωή του ως ποίημα, τα σκόρπια ίχνη της φήμης ενός ανθρώπου με αξιομνημόνευτα λογοτεχνικά χαρίσματα τα οποία, ωστόσο, ο ίδιος έκρινε με παροιμιώδη μετριοφροσύνη. Η ανυποχώρητη απόφασή του για μια πειθαρχημένη και απαρέγκλιτη λογοτεχνική «σιωπή», όπως επικράτησε να την αποκαλούν, υπήρξε και είναι, υποθέτει κανείς, ένα αίνιγμα ψυχολογικής τάξης (στο οποίο δόθηκαν βέβαια μέχρι σήμερα μερικές σχεδόν πειστικές λύσεις˙ ίσως «έφταιγε» πράγματι η κριτική του αποστασιοποίηση απ’ τα πράγματα, η απογοητευμένη συνείδηση ενός ανέφικτου μέτρου πρωτοτυπίας και τελειότητας, η πηγαία θέληση για νοερές αναλύσεις μάλλον παρά για συνθέσεις), δεν συνιστούσε όμως πόζα ή τέχνασμα (το λάθος πολλών που πίστευαν πως ο Γκάτσος «έγραφε δίχως να εκδίδει») όσο κι αν ενίσχυε το μύθο εκείνον που έμελλε να προσδώσει στην αθέατη καρποφορία μιαςς ιδιωτικής λογοτεχνίας ένα χαρακτήρα πολυτιμότητας. Η κληρονομιά που μετρήθηκε μετά το θάνατό του παρουσιάζεται στ’ αλήθεια πολύ ισχνή˙ απαρτίζεται απ’ το ημιτελές προσχέδιο ενός θεατρικού έργου, από μερικές σκόρπιες σημειώσεις κι από ένα φάκελο με λιγοστά ολοκληρωμένα ή ημιτελή ποιήματα, που προηγήθηκαν της Αμοργού και που, τρόπον τινά, αποτελούν τον προάγγελό της. Ο φάκελος φέρει τον ιδιόγραφο τίτλο «Υλικό κίνησης». Το περιεχόμενό του (πενήντα χειρόγραφα, πολλά απ’ αυτά παραλλαγές του ίδιου μοτίβου) αντανακλά τις προσπάθειες ενός ανθρώπου που ψάχνει για τον τόνο της φωνής του σε μια περιοχή, σε μια «θεματολογία» που του έχει ήδη παραχωρηθεί, που βρίσκεται κιόλας καταγεγραμμένη στο ποιητικό του κύτταρο: είναι το κλίμα του δημοτικού τραγουδιού, του λαϊκού παραμυθιού, μια επιθυμητή φρικίαση απ’ το άγγιγμα της νεράιδας. Ολόκληρο το φάσμα της εσωστρεφούς, της ανανταπόδοτης αγάπης για μια «νύχτα σπαρμένη μάγια» και για τα σιβυλλικά μοιρολόγια που μετατρέπονται σε τραγούδια του τρύγου, προκαλεί μέσα σ’ αυτό το λογοτεχνικό ξεκίνημα ένα ευδιάκριτο κυμάτισμα.
[…]

Δημήτρης Ι. Καραμβάλης, «Οι στίχοι από τα τραγούδια», περ. Οδός Πανός, Μάρτιος-Απρίλιος 1993, τεύχος 66
Οι στίχοι από τα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου ήταν κάτι που όλοι περιμέναμε εδώ και πολλά χρόνια. Δυστυχώς όμως, κυκλοφόρησαν εδώ και λίγον καιρό, δίχως ο ποιητής να προλάβει να τα δει σε βιβλίο, κι ο λόγος ήταν, ότι ο Νίκος Γκάτσος ήθελε να συμπεριλάβει ανάμεσά τους τον «Μανιάτικο Εσπερινό». Από τα εκατοντάδες ποιήματά του που μελοποιήθηκαν – και το λέμε αυτό αναφέροντας πως λίγοι ελάχιστοι – κατά τη γνώμη μας κατόρθωσαν να ξεπεράσουν τα στενά όρια και πλαίσια ποίησης και στιχουργίας ανάμεσα σ’ αυτούς πρώτος και καλύτερος ο Γκάτσος – ο ποιητής ξεχώρισε σε είκοσι κύκλους, κάνοντας την προσωπική του επιλογή, πάνω από εκατόν εξήντα, που είχαν την τύχη να μελοποιηθούν από τους μεγαλύτερους Ελληνες συνθέτες ανάμεσά τους βέβαια τον Μάνο Χατζιδάκι. Τραγούδια που όλοι αγαπήσαμε σε στιγμές χαράς και πόνου (ασυγκρίτως περισσότερες οι δεύτερες), που σήκωσαν πάνω τους το σταυρό δύσκολων καιρών και δοκιμασίων για τον ελληνικό χώρο, τραγούδια που τα κρατήσαμε και τα ράψαμε πάνω μας σαν παλιές φωτογραφίες, μνήμες συναισθήματα, δακρυσμένα Σαββατόβραδα μοναχικά…
Ο Νίκος Γκάτσος δεν δείχνει να δεσμεύεται με την ομοιοκαταληξία. Εκφράζει τα μηνύματά του και τις θέσεις του ανεπηρέαστος, κουβαλώντας στους στίχους του τον ανεξάντλητο θησαυρό του δημοτικού μας τραγουδιού, που το ανανεώνει. Φέρνει έναν αέρα σύγχρονο, χωνεύοντας τις παραδόσεις με τα τα καινούργια ρεύματα δημιουργώντας ζωντανές εικόνες και δίνοντας φτερά στους συνθέτες που άλλωστε ανακαλύπτουν στους στίχους αυτούς μιαν άλλη μουσική οδοιπορία. Η πίκρα και ο καϋμός της ξενιτιάς, η έγνοια για κάθε τι ελληνικό, για την Ελλάδα τη «μάννα του καϋμού», η ανακάλυψη μέσα στα βουρκωμένα μάτια ενός άλλου κόσμου («Μάτια βουρκωμένα»), η ανάπλαση των μύθων του δημοτικού τραγουδιού με τα σαράντα παλληκάρια που παίξανε στα ζάρια τη μικρή Ραλλού (από το ομώνυμο ποίημα), οι αντιλήψεις για τον άλλον κόσμο και για τη μάννα που θα προσμένει και θα καρτερεί στην πόρτα («Σε πότισα ροδόσταμο»), η σύνδεση του θρησκευτικού στοιχείου (Παναγιά) με το αγαπημένο πρόσωπο («Μια Παναγιά μιαν αγάπη μου έχω κλείσει σ’ ερημοκλήσι αλαργινό κάθε βραδυά της καρδιάς την πόρτα ανοίγω κοιτάζω λίγο και προσκυνώ…»), ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του Οδυσσέα Ελύτη, ομολογία άλλωστε που περιλαμβάνεται στο «Αιγαιοδρόμειον» του «μικρού ναυτίλου»-, ο καϋμός για μια ματιά και μια λαχτάρα για ένα «έχε γεια» (από το «μίλησέ μου»), αλλά και η αναφορά σε θέματα που απασχόλησαν και απασχολούν όπως η αθανασία: «Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο / βασιλιάδες ποιητές / κι ένα κλωναράκι δυόσμο / δεν τους χάρισες ποτές…» που μάλιστα μελοποιήθηκε έξοχα από τον Χατζιδάκι και μάλιστα στο ρυθμό του χορού τσάμικου, είναι οι βασικοί πυρήνες και άξονες της δουλειάς του. Στίχοι που έγιναν τραγούδια κι αγαπήθηκαν και αποτέλεσαν την πνευματική τροφή του λαού μας κόντρα στον λαϊκισμό και στην εύκολη λύση των καιρών μας. Και κάτι ακόμη: Κάλυψαν ως σ’ ένα σημειο, αυτό που έλειπε, αφού παλαιότερα, ο Παλαμας, ο Πολέμης, ο Δροσίνης το είχαν καταφέρει: Να τραγουδιούνται οι στίχοι τους από το μεγάλο κοινό. Ο Γκάτσος με τους στίχους του ξέχωρα από την τεράστια προσφορά του με την «Αμοργό», κατάφερε να δημιουργήσει εστίες αντίστασης και πνευματικής ανάτασης.